Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κόπτομαι
- απόδοση: εκφράζω υπερβολικό ενδιαφέρον που υποκρύπτει ιδιοτελείς σκοπούς
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κόπτεται για τα οικονομικά συμφέροντα της συζύγου του





