Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμμετέχω
- απόδοση: λαμβάνω μέρος από κοινού σε κάποια δραστηριότητα εκδήλωση ή ενέργεια δια της υλικής ηθικής ή πνευματικής προσφοράς μου / παρευρίσκομαι σε εκδήλωση ή γεγονός / δια του λόγου ή των έργων συμμερίζομαι τα συναισθήματα ατόμου ή ομάδος ατόμων / επιδρώ με άλλους παράγοντες σε κάτι με θετικό ή αρνητικό τρόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η οικογένεια του θανόντος ευχαριστεί εκ βαθέων τους συμμετέχοντες στο βαρύτατο πένθος
στην εκμετάλλευση των κοιτασμάτων συμμετέχουν & επενδυτές της αλλοδαπής
συμμετέχει στη κατασκευαστική κοινοπραξία του λιμένα της Κάσου
ως πιστός φίλος συμμετείχε στο οικογενειακό δράμα που βιώσαμε





