Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταστέλλω
- απόδοση: μειώνω την ένταση σωματικής ή ψυχικής λειτουργίας / εμποδίζω καταπνίγω προκειμένου να μην εκδηλωθεί περαιτέρω κάτι το ανεπιθύμητο που ανατρέπει την τάξη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φαρμακευτική ουσία που καταστέλλει αποτελεσματικά τους μυϊκούς πόνους





