Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μυώ
- απόδοση: κάνω κάποιον γνώστη & οπαδό σε κατάσταση προσιτή σε περιορισμένο αριθμό ατόμων / διδάσκω σε κάποιον γνώσεις επί ορισμένου θέματος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φημολογείται ότι τον μύησε στην τέχνη της καλλιτεχνικής βιβλιοδεσίας





