Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μυθοποιώ
- απόδοση: εκφράζω υπερβολικό θαυμασμό αποδίδοντας εξαιρετικές ιδιότητες σε άτομο ή κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατέληξε να μυθοποιήσει ένα ανόητο τσαρλατάνο που υποδύεται τον θεραπευτή





