Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πλάθω
- απόδοση: κατεργάζομαι εύπλαστη ύλη δίνοντας σε αυτή ορισμένη μορφή / επινοώ κάτι δια της φαντασίας στο μυαλό μου / διαμορφώνω άτομο ή κατάσταση επηρεάζοντας καθοριστικά δια των παρεμβάσεων μου / διαπλάθω κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πρόκειται για εξαίρετο σεναριογράφο που έπλασε το σενάριο με εκπληκτική μαεστρία
σύμφωνα με τις γραφές ο Θεός έπλασε τον κόσμο σε έξι ημέρες





