Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπεραπλουστεύω
- απόδοση: θεωρώ ή παρουσιάζω κάτι ως περισσότερο απλό από ό,τι είναι στην πραγματικότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να υπεραπλουστεύει τα της συμπεριφοράς των ανθρώπων





