Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σύρω
- απόδοση: σέρνω / προκειμένου για κίνηση συρόμενης κατασκευής / φέρνω κάποιο στη δύσκολη θέση να πράξει κάτι παρά την θέλησή του
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σύρεται στα δικαστήρια προς χάριν του φίλου του





