Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κληρονομώ
- απόδοση: αποκτώ περιουσιακό στοιχείο ως νόμιμος κληρονόμος ή δικαιούχος από διαθήκη του προηγούμενου κατόχου / για κάθε τι το οποίο μας παραδίδεται από το παρελθόν / προκειμένου για σωματικά ή πνευματικά γνωρίσματα που δέχθηκα από τους γονείς ή από προγόνους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως λαός κληρονομήσαμε τα σφάλματα παρελθουσών γενεών





