Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπαρατάσσω
- απόδοση: παρατάσσω οπλίτες / ενεργώ από κοινού συνεργαζόμενος με κάποιον σε συγκεκριμένο τομέα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι προαναφερόμενοι ανεξάρτητοι βουλευτές δημοσιοποίησαν ότι συμπαρατάσσονται πολιτικά





