Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υφέρπω
- απόδοση: για κάτι το επικίνδυνο ή που αναμένεται να έχει δυσάρεστες επιπτώσεις που εξαπλώνεται με ύπουλο τρόπο & αργό ρυθμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της αθρόας μετανάστευσης μουσουλμανικών στοιχείων υφέρπει η αλλοίωση του χαρακτήρα της χώρας





