Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
χορηγώ
- απόδοση: καταβάλω σε κάποιο χρηματικό ποσό ή του παρέχω δικαίωμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από την αρμόδια υπηρεσία χορηγήθηκε η αδειοδότηση της επιχειρήσεως





