Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πλαταγίζω
- απόδοση: παράγω κρότο με την μεσολάβηση αέρα κατά τη σύγκρουση πεπλατυσμένων επιφανειών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πλαταγίζει απρεπώς τα χείλη κατά τη μάσηση





