Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιπλανώμαι
- απόδοση: περιφέρομαι χωρίς προδιαγεγραμμένη πορεία είτε επειδή δεν έχω ορισμένο σκοπό είτε διότι δεν γνωρίζω τη πορεία να ακολουθήσω / περιπλανιέμαι σε νοητό χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
περιπλανήθηκε επί μακρόν σε άγνωστους δρόμους λόγω απώλειας του προσανατολισμού





