Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επαναπατρίζομαι
- απόδοση: επιστρέφω στην πατρίδα κατόπιν μακρόχρονης απουσίας
- συγγενές: παλιννοστώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επαναπατρίσθηκε μετά από διετή παραμονή στη Σκωτία





