Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παλιννοστώ
- απόδοση: κατόπιν μακράς απουσίας επιστρέφω στην πατρίδα μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το κράτος στήριξε τους διατεθειμένους να παλιννοστήσουν από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ





