Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσκολλώ
- απόδοση: αφοσιώνομαι με υπερβολή σε άτομο ή κατάσταση αφήνοντας να δημιουργηθεί σχέση εξάρτησης / καλλιεργώ σχέση προστατευτική υπέρ εμού ή του συνδεόμενου προσώπου / παραμένω προσηλωμένος σε άποψη ιδέα ή ιδεολογία με αποτέλεσμα να αδυνατώ να δεχθώ κάτι το νέο / πλησιάζω απρόσκλητος συντροφιά επιδιώκοντας τη δημιουργία σχέσεως κατά τρόπον φορτικό / κολλώ ενώνω πράγματα μεταξύ τους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παραμένει προσκολλημένη στους γονείς της παρά το προχωρημένο της ηλικίας
προσκολλάται σε κάθε συντροφιά επιδιώκοντας τη σύναψη σχέσεων





