Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσυπογράφω
- απόδοση: υπογράφω σε κείμενο πλησίον της υπογραφής άλλου ή άλλων / συμφωνώ εγκρίνω την ενέργεια άλλου ατόμου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κάθε συμβόλαιο προσυπογράφεται από τον εμπλεκόμενο συμβολαιογράφο





