Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πυροδοτώ
- απόδοση: ενεργοποιώ την εκρηκτική ύλη ενός εκρηκτικού μηχανισμού / προκαλώ πυροδότηση / προκαλώ ενέργειες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα λεγόμενά του πυροδότησαν ακραίες αντιδράσεις





