Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εχασμήθην
- απόδοση: άνοιξε εκουσίως το στόμα εισπνέοντας βαθειά & παρατεταμένα / χασμουρήθηκε από νύστα ή κόπωση
- ρήμα: χασμώμαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εχασμήθην χωρίς να φέρει το χέρι στο στόμα





