Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μηρυκάζω
- απόδοση: επαναφέρω την τροφή από τον στόμαχο στην στοματική κοιλότητα προκειμένου να μασηθεί επαρκώς προτού την καταπιώ / επαναλαμβάνω τα ίδια λόγια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
μηρυκάζει ατέρμονα την επαγγελματική κακοτυχία της θυγατέρας του





