Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δρομολογώ
- απόδοση: κινώ συγκοινωνιακό μέσο σε συγκεκριμένη διαδρομή / ενεργώ την έναρξη διαδικασίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
καθώς φαίνεται δρομολογήθηκαν οι εξελίξεις της εν λειτουργία εκκαθάρισης της εταιρείας





