Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμπεδώνω
- απόδοση: εδραιώνω / σταθεροποιώ / κάνω κάτι να είναι σταθερό & ακλόνητο / κατανοώ & αφομοιώνω κάτι κάνοντας αυτό κτήμα μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρά τις προσπάθειες αδυνατεί να εμπεδώσει το προσφερόμενο πληροφοριακό υλικό





