Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποτρέπω
- απόδοση: δια των ενεργειών μου εμποδίζω να συμβεί κάτι θεωρούμενο κακό ή το μη συμφέρον
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το κυβερνών κόμμα απέτρεψε την περαιτέρω διερεύνηση του σκανδάλου





