Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνετίζω
- απόδοση: κάνω κάποιο άτομο ή ομάδα ατόμων περισσότερο συνετό δια του λόγου ή δια τιμωριών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η οικονομική κατάρρευση τον διαφοροποίησε ως προς τις αντιλήψεις συνετίζοντας αυτόν κατά πολύ





