Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εδρεύω
- απόδοση: έχω την έδρα μου / είμαι εγκατεστημένος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η εταιρεία εδρεύει στο Ναύπλιο διαθέτει δε υποκατάστημα στην Αθήνα
το γραφείο της εδρεύει σε νεοκλασικό της περιοχής Πατησίων





