Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμπλέκω
- απόδοση: δέχομαι επίθεση με το σώμα ή με διάφορα μέσα & ανταποδίδω / έρχομαι στα χέρια / κάτι που ενώνεται με κάτι άλλο δημιουργώντας σύμπλεγμα & σχέση αλληλεξάρτησης
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνεπλάκην μετά της συμβίας του για ασόβαρο λόγο
συνεπλάκησαν εξτρεμιστικά στοιχεία με αστυνομικές δυνάμεις με εκτεταμένη χρήση μολότωφ





