Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ναυτολογώ
- απόδοση: προσλαμβάνω ναυτικό προς υπηρεσία σε εμπορικό πλοίο / στρατολογώ ναύτη στο πολεμικό ναυτικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ναυτολογήθηκε ως ναύτης σε αλιευτικό σκάφος που αλιεύει στον Ατλαντικό





