Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ναυαγώ
- απόδοση: καταποντίζομαι / καταλήγω σε πλήρη αποτυχία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατά το παρελθόν ναυάγησε πλησίστια της Κορσικής ενώ επέβαινε σε εμπορικό πλοίο ως λοστρόμος
ναυάγησαν οι ελπίδες για επίλυση του Παλαιστινιακού προβλήματος παρά τις επίμονες προσπάθειες του μεσολαβητή εκ μέρους του ΟΗΕ





