Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνοφρυώνομαι
- απόδοση: μαζεύω τα φρύδια & ταυτοχρόνως σε όλο το πρόσωπο απλώνεται η έκφραση της δυσαρέσκειας ή το ύφος περισυλλογής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εμφανίσθηκε συνοφρυωμένος έχων ύφος ιδιαιτέρως σκεπτικό





