Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αυτοεπαινούμαι
- απόδοση: απονέμω έπαινο εις εαυτόν συνοδευόμενο με αυτοθαυμασμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να αυτοεπαινεί εαυτόν απολαμβάνοντας αυτοθαυμασμό





