Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υφαρπάζω
- απόδοση: αποσπώ με τρόπο δόλιο & επιτήδειο ή εκβιαστικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
υποσχόμενος ονειρικά κέρδη κατάφερε να υφαρπάξει επιταγές από το αφελές θύμα του





