Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κωλύομαι
- απόδοση: αδυνατώ λόγω αντικειμενικών δυσκολιών
- ρήμα: κωλύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κωλύομαι να παρευρεθώ στην λίαν ενδιαφέρουσα εκδήλωση για την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου





