Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συρράπτω
- απόδοση: ράβω μαζί δύο ή περισσότερα κομμάτια από κάποιο υλικό ή διαφορετικά υλικά / κάνω συρραφή αποσπασμάτων από κάποιο κείμενο ή στοιχείων από διάφορες πηγές
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ζήτησε να συρράψουν τα αντίγραφα φύλλων του βιβλίου





