Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατακρημνίζω
- απόδοση: γκρεμίζω κάτι έως καταστροφής / καταβαραθρώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατακρημνίσθηκε η ανδριάντα του δικτάτορα στην κεντρικότερη πλατεία της πόλεως από το οργισμένο πλήθος





