Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καταποντίζω
- απόδοση: βυθίζω κάτι έως του σημείου να φθάσει στο βυθό / προκαλώ ολοκληρωτική καταστροφή
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανέλαβε να καταποντίσει το καλώδιο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας συνδέοντας την Κάρπαθο με την Κάσο





