Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κωλυσιεργώ
- απόδοση: παρεμποδίζω ενέργεια ή εξέλιξη διαδικασίας
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κωλυσιεργεί με την σκόπιμη παρεμβολή κωλυμάτων αναστέλλοντας την αδειοδότηση του εργοστασίου





