Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαχειμάζω
- απόδοση: περνώ την χειμερινή περίοδο σε κάποιο μέρος συνήθως με ηπιότερο κλίμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πρόκειται να διαχειμάσει σε παράλιο χωριό της Φωκίδος





