Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υποτροπιάζω
- απόδοση: προκειμένου για ασθένεια που τα συμπτώματά της επανεμφανίζονται κατά την ανάρρωση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η φαινομενική ίαση είχε ως επακόλουθο να υποτροπιάσει





