Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποκαλύπτω
- απόδοση: φέρνω στο φως / φανερώνω / επιτρέπω να φανεί / αφαιρώ καπέλο / εκφράζω θαυμασμό ή εκτίμηση προς κάποιο πρόσωπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
του αποκάλυψε τα βαθύτερα αισθήματά της για το πρόσωπό του





