Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διενεργώ
- απόδοση: εκτελώ έργο ως εντεταλμένο όργανο το επιβαλλόμενο ή προβλεπόμενο από τον νόμο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η υπηρεσιακή κυβέρνηση προτίθεται να διενεργήσει εκλογές με μέγιστη τυπικότητα





