Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιστρώνω
- απόδοση: καλύπτω επιφάνεια συνήθως μεγάλων διαστάσεων με κάποιο υλικό / ενεργώ δια επιστρώσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πρόκειται να επιστρώσει μέρος του κήπου με χλοοτάπητα





