Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εναποθέτω
- απόδοση: συγκεντρώνομαι ως αποτέλεσμα ροής ή μετακινήσεως / αναμένω από άλλο πρόσωπο την εκπλήρωση προσδοκιών εγκαταλείποντας κάθε προσωπική προσπάθεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απογοητεύθηκε πλήρως & εναπόθεσε τις ελπίδες του σε οικείο πρόσωπο
η παρατηρούμενη ανεμοθύελλα στο Σουέζ εναποθέτει την άμμο στο άκρο των οδοστρωμάτων





