Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ενσωματώνω
- απόδοση: εντάσσω κάτι μέσα σε άλλο προκειμένου να προκύψει σύνολο / εντάσσομαι ή απορροφώμαι σε κάτι μεταβάλλοντας χαρακτήρα ώστε να εναρμονισθώ σε αυτό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πρόκειται να ενσωματώσει πλήθος νέων λημμάτων σε μελλοντική έκδοση του λεξικού





