Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκλεπτύνω
- απόδοση: λεπταίνω κάτι περισσότερο από ό,τι είναι / βελτιώνω κάτι από ηθικής ή αισθητικής απόψεως / εξευγενίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδύνατον να εκλεπτυνθεί ο ψυχικός του κόσμος





