Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προαυλίζω
- απόδοση: επιτρέπω ολιγόωρη παραμονή κρατουμένων στο προαύλιο σωφρονιστικού καταστήματος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
για τιμωρητικούς λόγους δεν επιτράπηκε να προαυλισθούν οι κρατούμενοι παρά την ευχάριστη καλοκαιρία





