Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
θεωρητικολογώ
- απόδοση: προσεγγίζω θεωρητικά χωρίς να ασχολούμαι με την ουσία του θέματος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
νομίζω πως θεωρητικολογείς υπεκφεύγοντας την ουσία της καταστάσεως





