Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμβαθύνω
- απόδοση: εισδύω σε έννοια δια της σκέψεως / εξετάζω σε βάθος / ερευνώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανίκανος να εμβαθύνει εξετάζοντας επιπόλαια το όλον θέμα





