Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πρυτανεύω - 1
- απόδοση: που ως καθηγητής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος ασκώ καθήκοντα πρύτανη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατά την τελευταία διετία πρυτανεύει της Πολυτεχνικής Σχολής





