Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πρυτανεύω - 2
- απόδοση: προκειμένου για γνώμη ή άποψη επιβαλλόμενη σε άλλες τις θεωρούμενες ολιγότερο ορθές ή επαρκώς συμφέρουσες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τελικά πρυτάνευσε η λογική αποφεύγοντας ακραίες καταστάσεις





